ἔκτοσθε

ἔκτοσθε and [suff] ἔκτοπ-θεν (not only before vowels, cf. Il.7.341, al.), Adv.,
A = ἔκτοθεν, outside, c. gen., τείχεος ἐ. 9.552; αὐλῆς, δόμων, Od.7.112,23.148; θεῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων out of the number of the gods, Hes.Th.813;

ἔ. παλαίστρας Theoc.2.51

.
2 abs., ἔ. . . πάγοι ὀξέες outside are . ., Od.5.411; ἔ. γενέσθαι to be delirious, Hp.Epid.5.85.— [dialect] Ion. and late Prose, as Luc.Merc.Cond.41.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκτοσθε — ἔκτοσθε και ἔκτοσθεν (Α) επίρρ. 1. από τα έξω, έξω από κάτι 2. (απολ.) απέξω 3. «ἔκτοσθεν γενέσθαι» παραληρώ (Ιπποκρ.) …   Dictionary of Greek

  • ἔκτοσθε — outside indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτοσθεν — ἔκτοσθε outside indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυωπός — όν, Α αυτός που έχει πολλές οπές, πολυωπής (Ι)* («ἰχθύας... ἔκτοσθε θαλάσσης δικτύῳ ἐξέρυσαν πολυωπῷ», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + ωπός (< ὀπή «τρύπα»), πρβλ. στεν ωπός. Το ω τού β συνθετικού οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως] …   Dictionary of Greek

  • πρόσθεν — και δωρ. και αιολ. τ. πρόσθα και δωρ. τ. πρόθεν, πρόθθα και πρόστα Α Α (ως πρόθ. με γενική) Ι. τοπ. 1. μπροστά από κάποιον ή από κάτι (α. «νῆσος... πρόσθε Σαλαμῑνος τόπων», Αισχύλ.) β. «στῆ δὲ πρόσθ αὐτοῑο», Ομ. Ιλ.) 2. για κάποιον ή για κάτι,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.